
Κάπως έτσι. Όπως στη φωτογραφία. Ένας μακρύς ατέλειωτος δρόμος. Χωρίς καμία στροφή, να του προσδίδει ενδιαφέρον.
Μονότονος. Ανούσιος. Αδιάφορος. Μοναχικός.
Η ίδια θέα. Το ίδιο βουνό στο βάθος. Οι στύλοι που επαναλαμβάνονται. Η διακεκομμένη γραμμή στη μέση. Ακόμη και το σύννεφο, θαρρείς και ρίζωσε εκεί. Ακούνητο.
Κάπως έτσι. Να κοιτάς το κοντέρ δηλαδή για να δεις αν έχεις καταπιεί λίγα ακόμη χιλιόμετρα. Να οδηγείς και να σου φαίνεται ότι είσαι ακίνητος. Στο ίδιο σημείο. Στη μέση του πουθενά. Στην εκκωφαντική ησυχία του τίποτα. Σε μια ευθεία, μιας γούβας, που ...που βγάζει άραγε;
Κρατάς το τιμόνι χαλαρά. Στηλώνεις το βλέμμα στο κενό. Και πας... Πας.... Πας... Βάζεις και τη μουσική να παίζει στο φουλ. Ποιος θα ενοχληθεί, ρε αδελφέ; Κάπου κάπου τραγουδάς φάλτσα κάποιο στιχάκι. Ποιος θα ενοχληθεί ρε αδελφέ; Κοιτάς και στον καθρέφτη, πίσω σου. Περιττή ενέργεια. Αφού κανείς δεν ακολουθεί.
Πατάς το γκάζι. Κι άλλο. Το σανιδώνεις.
Καμμιά διαφορά.
Ακίνητος ήσουν. Ακίνητος είσαι. Εκεί στη μέση του πουθενά. Στο αδιάφορο.
Κάπως έτσι... η ζωή μου.
Κι όμως. Έτσι όπως η ζωή πάντα ξέρει και φέρνει... θα τελειώσει η ευθεία. Θα βγω στα βουνά. Θα αρχίσει η ενδιαφέρουσα διαδρομή με τις στροφές, που τις παίρνεις για πρώτη φορά και δεν ξέρεις πως και που είναι η επόμενη. Θα ξανανοιώσω την αδρεναλίνη να κυλά. Θα φοβηθώ μη βγω από το δρόμο. Θα πατήσω άγρια το γκάζι και όπου χρειαστεί θα τσιμπήσω και λίγο φρένο. Θα αλλάξει το τοπίο. Θα βρεθούν στο δρόμο μου ποτάμια, λίμνες ίσως και θάλασσα.
Γιατί ο μακρύς δρόμος τελειώνει εκεί στο βάθος. Και μόλις περάσω το βουνό.... αχ μόλις περάσω το βουνό!