Ρέει γάργαρο το νερό, πάνω τους. Διώχνει τα ξένα. Πέφτουν νεκρά και παρασύρονται σ' έναν σύντομο στροβιλισμό, για να εξαφανιστούν, όπως οι αμαρτίες από την ψυχή μας, μετά το κλάμα της μετάνοιας.
Καθαρά, σχεδόν εξαγνυσμένα, απλώνονται πάνω σε σεντόνι λευκό. Να στεγνώσουν. Να αποβάλλουν την υγρασία, την περίσσια. Να ξεπεράσουν το σοκ και να προσφέρουν τον εαυτό τους, θυσία, στις ορέξεις εκείνου.
Το ήξεραν, θαρρείς από πάντα, ότι αυτός είναι ο προορισμός τους. Από την μέρα που δειλά, ένοιωσαν το πρώτο άγγιγμα του ήλιου. Διπλωμένα σαν έμβρυα, ζεστάθηκαν. Δείλιασαν αρχικά. Μα ξεπέρασαν το φόβο, άνοιξαν τα άκρα σαν φτερά και μεγάλωσαν. Σε κάθε άγγιγμα, λίγο ακόμη. Με κάθε στάλα της βροχής, ακόμη λίγο. Το ξεραν όμως. Το τέλος δεν αργεί. Μόνο καρτερικά εκεί, περίμεναν. Το βάναυσο τράβηγμα, από το σωρό. Το χέρι που θα απλωθεί, θα δείξει εκεί και μετά χωρίς δεύτερη σκέψη, θα ξεριζώσει. Τόσο απάνθρωπα, όσο μόνο τα ξένα χέρια αρπάζουν, χωρίζουν!
Και να τα τώρα εκεί, να υπομένουν τη μοίρα τους. Γυμνά. Δίπλα σε ξένα σώματα, που έχουν άλλο χρώμα στην επιδερμίδα. Έτσι πρέπει. Οι ορέξεις του, επιβάλλουν αυτή την παράξενη μίξη. Θέλει να γευτεί τρυφερές σάρκες, από ξένα μέρη τροπικά, μαζί όμως με τα ντόπια. Όσο πιο παρθένα, τόσο καλύτερα, λέει.
Γι' αυτό του το καπρίτσιο, στενάζουν οι γειτονιές και τα χωριά. Η φήμη του ξεπέρασε τα σύνορα. Εκτός από το χωριό, εκτός από τα νησιά, τώρα του τα στέλνουν και απ' τις πέρα θάλασσες. Μέσα σε πλοία, που διαμορφώθηκαν ειδικά. Να ταξιδέψουν άνετα. Να μην κακομοιριαστούν στο ταξίδι. Ερμητικά κλειστά, τα παράθυρα. Να μην μπαίνει το αγέρι της θάλασσας και τα γερνά το αλάτι. Και το ταξίδι να είναι γρήγορο. Να φτάσουν στην ακμή της νιότης τους. Να μην φαίνεται, ούτε μέρα παραπανίσια, πάνω τους.
Αν φανούν τα σημάδια του χρόνου; Αλοίμονο τότε! Ούτε να γυρίσει να τα κοιτάξει. Τα πιάνει από το άκρο και σαν σκουπίδια τα πετά. Στα σκυλιά. Στα χωράφια.
Σήμερα όμως, όλα, είναι όπως τα θέλει! Πράσινα, κόκκινα μαρούλια και σαλάτες είναι πάνω στον πάγκο και περιμένουν τη σειρά τους να κοπούν. Να αναμειχθούν με πιπεριές και αβοκάντος, με ρόκες και κάρδαμο, με σταφίδες και κουκουνάρι. Να πασπαλιστούν με αλάτι και πιπέρι. Να ενωθούν με ανθότυρο και κατσικίσιο τυρί. Να στολιστούν με ματσάκια δενδρολίβανου. Και να καταλήξουν μπροστά του. Να γεμίσουν πρώτα τα μάτια και μετά το αχόρταγο στομάχι του! Χωρίς ντρέσιγκ!
Υ.Γ1 Αφιερωμένο εξαιρετικά σε όσους τα έχουν κάνει σαλάτα. Όχι απαραιτήτως πράσινη εποχής!
Υ.Γ2 Εννοείται ότι το κειμενάκι ήρθε κατόπιν παραγγελίας... πιάσε μια εποχής στο τέσσερα και σβέλτα μικρέ. Το έκανα. Έμπνευση ΔΕΝ ήρθε.
Υ.Γ3 Συγνώμη προς τους αγαπητούς επισκέπτες για το κουλόν του θέματος αλλά...δικό μου είναι το blog το βάζω φωτιά και το καίω αν γουστάρω. Σωστά;;;
Καλή όρεξη σε όλους σας.













