Δευτέρα 11 Φεβρουαρίου 2008

Ωδή στην (πράσινη) εποχής!

Ρέει γάργαρο το νερό, πάνω τους. Διώχνει τα ξένα. Πέφτουν νεκρά και παρασύρονται σ' έναν σύντομο στροβιλισμό, για να εξαφανιστούν, όπως οι αμαρτίες από την ψυχή μας, μετά το κλάμα της μετάνοιας. 
Καθαρά, σχεδόν εξαγνυσμένα, απλώνονται πάνω σε σεντόνι λευκό. Να στεγνώσουν. Να αποβάλλουν την υγρασία, την περίσσια. Να ξεπεράσουν το σοκ και να προσφέρουν τον εαυτό τους, θυσία, στις ορέξεις εκείνου. 

Το ήξεραν, θαρρείς από πάντα, ότι αυτός είναι ο προορισμός τους. Από την μέρα που δειλά, ένοιωσαν το πρώτο άγγιγμα του ήλιου. Διπλωμένα σαν έμβρυα, ζεστάθηκαν. Δείλιασαν αρχικά. Μα ξεπέρασαν το φόβο, άνοιξαν τα άκρα σαν φτερά και μεγάλωσαν. Σε κάθε άγγιγμα, λίγο ακόμη. Με κάθε στάλα της βροχής, ακόμη λίγο. Το ξεραν όμως. Το τέλος δεν αργεί. Μόνο καρτερικά εκεί, περίμεναν. Το βάναυσο τράβηγμα, από το σωρό. Το χέρι που θα απλωθεί, θα δείξει εκεί και μετά χωρίς δεύτερη σκέψη, θα ξεριζώσει. Τόσο απάνθρωπα, όσο μόνο τα ξένα χέρια αρπάζουν, χωρίζουν!

Και να τα τώρα εκεί, να υπομένουν τη μοίρα τους. Γυμνά. Δίπλα σε ξένα σώματα, που έχουν άλλο χρώμα στην επιδερμίδα. Έτσι πρέπει. Οι ορέξεις του, επιβάλλουν αυτή την παράξενη μίξη. Θέλει να γευτεί τρυφερές σάρκες, από ξένα μέρη τροπικά, μαζί όμως με τα ντόπια. Όσο πιο παρθένα, τόσο καλύτερα, λέει. 

Γι' αυτό του το καπρίτσιο, στενάζουν οι γειτονιές και τα χωριά. Η φήμη του ξεπέρασε τα σύνορα. Εκτός από το χωριό, εκτός από τα νησιά, τώρα του τα στέλνουν και απ' τις πέρα θάλασσες. Μέσα σε πλοία, που διαμορφώθηκαν ειδικά. Να ταξιδέψουν άνετα. Να μην κακομοιριαστούν στο ταξίδι. Ερμητικά κλειστά, τα παράθυρα. Να μην μπαίνει το αγέρι της θάλασσας και τα γερνά το αλάτι. Και το ταξίδι να είναι γρήγορο. Να φτάσουν στην ακμή της νιότης τους. Να μην φαίνεται, ούτε μέρα παραπανίσια, πάνω τους. 
Αν φανούν τα σημάδια του χρόνου; Αλοίμονο τότε! Ούτε να γυρίσει να τα κοιτάξει. Τα πιάνει από το άκρο και σαν σκουπίδια τα πετά. Στα σκυλιά. Στα χωράφια. 

Σήμερα όμως, όλα, είναι όπως τα θέλει! Πράσινα, κόκκινα μαρούλια και σαλάτες είναι πάνω στον πάγκο και περιμένουν τη σειρά τους να κοπούν. Να αναμειχθούν με πιπεριές και αβοκάντος, με ρόκες και κάρδαμο, με σταφίδες και κουκουνάρι. Να πασπαλιστούν με αλάτι και πιπέρι. Να ενωθούν με ανθότυρο και κατσικίσιο τυρί. Να στολιστούν με ματσάκια δενδρολίβανου. Και να καταλήξουν μπροστά του. Να γεμίσουν πρώτα τα μάτια και μετά το αχόρταγο στομάχι του! Χωρίς ντρέσιγκ!

Υ.Γ1 Αφιερωμένο εξαιρετικά σε όσους τα έχουν κάνει σαλάτα. Όχι απαραιτήτως πράσινη εποχής!

Υ.Γ2 Εννοείται ότι το κειμενάκι ήρθε κατόπιν παραγγελίας... πιάσε μια εποχής στο τέσσερα και σβέλτα μικρέ. Το έκανα. Έμπνευση ΔΕΝ ήρθε.

Υ.Γ3 Συγνώμη προς τους αγαπητούς επισκέπτες για το κουλόν του θέματος αλλά...δικό μου είναι το blog το βάζω φωτιά και το καίω αν γουστάρω. Σωστά;;;
Καλή όρεξη σε όλους σας.










Κυριακή 10 Φεβρουαρίου 2008

TV or not TV?

Αγαπητοί bloggers,
η ώρα είναι 12.21 μετά τα μεσάνυχτα, ξημερώνει δηλαδή η 11η Φεβρουαρίου του 2008. 
Και βλέπω τηλεόραση. 
Βλέπω μια ταινία στον ΑΝΤ1, αλλά γυρνάω και στα άλλα κανάλια. Στον ALPHA παίζει ΠανουτσοΚαρπετόπουλο, στη ΝΕΤ Αθλητική Κυριακή, στο Star ταινία με τον Μπαντέρας και στο MEGA ένα σήριαλ.

Σσσσσσσσ! Βλέπω τηλεόραση. Παθαίνω κάτι γι' αυτό;;;

Παρασκευή 8 Φεβρουαρίου 2008

Άξια!


Τώρα λοιπόν που όλα ξεκαθάρισαν και κανείς δεν "τράβηξε" αυτό το ρημαδοdvd, κανείς δεν το είδε, κανείς δεν το μοντάρισε, κανείς δεν το διαπραγματεύτηκε με οικονομικό όφελος, κανείς δεν ξέρει τίποτα, πρέπει να το παραδεχτούμε.
Άξια κοπέλα αυτή η 35χρονη.
Και εικονολήπτρια και ηχολήπτρια και τεχνικός ηλεκτρονικών συσκευών και μοντέρ και με υψηλές γνωριμίες και με πρόσβαση στους αστέρες της TV και πρωταγωνίστρια και σεναριογράφος και οικονομολόγος.
Μπράβο της!

Αλλά ρε παιδιά... με τόσα προσόντα το κορίτσι ακόμη συμβασιούχος ήτανε;;;; Κανονικά θα έπρεπε να σφάζονται στα πόδια της τηλεοπτικοί σταθμοί για το ποιος θα την πρωτοπάρει. Με τόσα προσόντα;;;

Τετάρτη 6 Φεβρουαρίου 2008

Μεγάλες μπουκιές...λόγια...κλπ

Ρούφηξε μια γουλιά από τον εσπρέσο της, και με μια κομψή κίνηση, ακούμπησε το ποτηράκι στο φλιτζάνι. Δεν ακούστηκε ο παραμικρός ήχος. Θαρρείς και η πορσελάνη, ήταν από βελούδο.
Τράβηξα μια βαθιά τζούρα, από το τσιγάρο, που κόντευε να κάψει τα δάκτυλά μου και το έσβησα άτσαλα, στο ξεχειλισμένο από αποτσίγαρα, τασάκι.

-Λοιπόν;
-Πρέπει να κόψεις το τσιγάρο, αμέσως. Σου θαμπώνει την επιδερμίδα και σου προσθέτει χιλιάδες ρυτίδες, στο άνω χείλος. Κοντολογίς, σε κάνει να δείχνεις γριά, κοριτσάκι μου!

Την αγριοκοίταξα και τράβηξα ένα καινούριο τσιγάρο από το πακέτο. Έχω ακούσει, διαβάσει, βιώσει, πολλές από τις βλαβερές συνέπειες του καπνίσματος. Αυτό όμως…
Άκου εκεί, να το κόψω για να μην ρυτιδιάσω! Αλλά τι περίμενες…

Έριξα μια καλύτερη ματιά στη φιλενάδα μου. Εντυπωσιακά όμορφη. Απ’ αυτές όμως τις φτιαγμένες. Που ξυπνούν το πρωί, λίγο νωρίτερα από τον άντρα τους, τρυπώνουν στο μπάνιο και στα κρυφά και σιγανά, πλένουν δόντια, απλώνουν μέηκ απ σ’ όλο το μούτρο, πλακώνονται στη μάσκαρα, χτυπούν λίγο ρουζ και λιπ γκλος και …ξαναξαπλώνουν δίπλα στον -μακριά νυχτωμένο- γκόμενο. Και μόνο αφού ξυπνήσει αυτός, κάνουν πως τεντώνονται, αγουροξυπνημένες, τάχα μου δήθεν….

Πως είπατε; Χαχαχα σ’ εσάς ΔΕΝ έτυχε ποτέ;;;
Καλά ρε παιδιά. Αλλά, τον όρκο, καλού κακού, μην τον πάρετε.

Απ’ αυτές είναι λοιπόν η φιλενάδα μου, που όση ώρα την παρατηρούσα, είχε αρχίσει να μου ξεφουρνίζει διάφορα, περί συντήρησης.
Όχι, συντήρησης τροφίμων στο ψυγείο. Συντήρησης της νεότητας, μου το ‘πε.

-Βρε καλή μου, αντέτεινα. Τα χρόνια περνούν και όσο κι αν το θέλουμε, πίσω δεν γυρνούν.
Μάταια προσπάθησα να την πείσω…

Έγειρε πίσω με χάρη –που είμαι σίγουρη ότι προβάρει στον καθρέφτη- και με κοίταξε θαρρείς και κατέβηκα από τα Γκράβαρα.

-Που ζεις χρυσή μου. Σήμερα κάθε γυναίκα που σέβεται τον εαυτό της και τους γύρω της, έχει τον προσωπικό της πλαστικό χειρουργό.
-Καλέ! Εγώ ούτε στον παθολόγο δεν πατάω το πόδι μου. Φοβάμαι.
-Φοβάσαι τις αρρώστιες. Ο πλαστικός δεν είναι γιατρός.
-Και τι είναι; Εργολάβος οικοδομών;
-Κόψε τις σάχλες και γράψε το τηλέφωνο του δικού μου…
-Καλέ σοβαρά στο λέω. Φοβάμαι!
-Γράφε. Εγώ φοβάμαι περισσότερο που σε βλέπω με τις ρυτίδες σαν χαράδρες στο πρόσωπό σου. Ή καλύτερα άσε μην γράφεις. Εδώ δίπλα είναι. Σήκω να πάμε τώρα. Μαζί.

Μάζεψε στα γρήγορα, κινητό, κλειδιά, που είχε ακουμπισμένα στο τραπέζι, τα πέταξε –πάντα με χάρη- στην πανάκριβη τσάντα της, και σηκώθηκε πάνω στα τακούνια της.
Μ’ άρπαξε από το χέρι και συνέχισε την κατήχηση.
-Να δεις. Αν είμαστε τυχερές και μας δεχτεί, -που θα το κάνει, γιατί μου έχει υποχρέωση, τόσες πελάτισσες του έστειλα- να δεις πως θα βγεις από το ιατρείο του. Άλλος άνθρωπος θα είσαι. Σε μισή ωρίτσα θα έχουμε τελειώσει.

Μέχρι να της αναλύσω, ότι είμαι υπέρ της φυσικότητας, της ωρίμανσης της γυναίκας, ότι έχω δεθεί ρε αδελφέ με τις ρυτίδες μου και δεν τραβώ κάνα ζόρι, ότι έτσι έχω συνηθίσει να βλέπω την φάτσα μου στον καθρέφτη, ότι φοβάμαι τους γιατρούς και τρέμω τις βελόνες και ότι φοβάμαι τους πειραματισμούς, είχαμε κιόλας φτάσει.

Βρέθηκα να κάθομαι σε πολυτελή καναπέ, δερμάτινο, δίπλα στην φίλη μου που έδειχνε σα στο σπίτι της, απέναντι από τη φίλη μου, τη φίλη μου, τη φίλη μου και τη φίλη μου!

Σάστισα!
Η φίλη μου σε πέντε διαφορετικά αντίτυπα. Όλα στον ίδιο χώρο. Όλα δίπλα και απέναντί μου.
Τι στο διάολο συμβαίνει εδώ; Ποιος μου κάνει πλάκα;

Και τότε συνειδητοποίησα τι ακριβώς συνέβαινε. Ο γιατρός-μάγος-ειδικός-σωτήρας-γκουρού της αιώνιας νεότητας, πίσω από την κλειστή πόρτα, έκανε τις ίδιες επεμβάσεις, σε διαφορετικές γυναίκες. Φούσκωνε χείλη, έβαζε ζυγωματικά, έβγαζε ρυτίδες από το μέτωπο, αφαιρούσε σημάδια χρόνου από τα μάτια, προσέθετε κολλαγόνο γύρω από τα χείλη, έβαζε, έβγαζε, έκοβε, έραβε…
Και άφηνε την υπογραφή του σε κάθε πρόσωπο που του το ζητούσε και σε όλα μαζί. Τις έκανε όλες σχεδόν ίδιες. Σαν αδελφές. Τα ίδια σαρκώδη χείλη. Τα ίδια φουσκωμένα μάγουλα. Τα ίδια ανέκφραστα χαμόγελα, βλέμματα. Τα ίδια… όλα!

Βούτηξα την τσάντα μου και έφυγα σαν να με κυνηγούν. Που με κυνηγούσαν δηλαδή… Δεν γύρισα να κοιτάξω, ούτε όταν άκουσα τις κραυγές της δικιάς μου, να με καλεί πίσω. Μπουχός. Να φύγω, να μείνω εγώ.

Στο σπίτι, έπιασα από κοντά τον μεγεθυντικό καθρέφτη. Το μέτωπό μου χαρακωμένο. Από ελαφρές γραμμές. Μου θύμισε τα πεύκα που κάθε κύκλος στον κορμό του, μαρτυρά και ένα χρόνο ζωής. Τρεις οι δικές μου ρυτίδες. Μια για κάθε δεκαετία; (Καλά, καλά! Μη βαράτε. ΑΝ η πρώτη έγινε στα 10 μου…)
Και στα μάτια. Όταν γελάω, διπλώνουν πολύ. Αλλά δείχνουν τόσο χαρούμενα τα μάτια μου. Και απορία δείχνουν και ευχαρίστηση και στεναχώρια και θυμό και τα πάντα. Και είναι δικά μου. Μόνο εγώ τα έχω. Άντε και ο μπαμπάς μου από τον οποίο τα κληρονόμησα. Κανένας άλλος. Και έτσι θέλω να μείνουν. Με ρυτίδες. Να γελώ και να τονίζονται οι ρυτίδες. Να μαρτυρούν ότι έχω ζήσει. Με τόλμη, με φόβο, με λύπες και γλέντια.
Με τα πάντα. Εκτός από αγωνία.
Την αγωνία του αύριο. Των γηρατειών και της φθοράς.




Υ.Γ Ρε κορίτσια, τώρα που με βλέπω καλύτερα, στον μεγεθυντικό καθρέφτη, κάνα τηλέφωνο καλού μποτοξολόγου έχετε;
Γιατί με τον τρόπο που έφυγα από κείνον δεν έχω μούτρα να ξαναγυρίσω!!!
Υ.Γ Όχι gero.ΔΕΝ σου δίνω το τηλέφωνο της φίλης μου. Χώρια που, σιγά μη γυρίσει να σε κοιτάξει, εσένα!

Κυριακή 3 Φεβρουαρίου 2008

Τέλος εποχής;

Κάτι γίνεται. Κάτι συμβαίνει.

Το κουβεντιάζουν χαμηλόφωνα οι παρέες. Σκύβοντας πάνω από το τραπέζι. Με ύφος συνωμοτικό. Από το φόβο ότι μπορεί να ακουστούν και να μην συμβεί τελικά. Μήπως το συννεφάκι της ελπίδας διαλυθεί, ακριβώς εκεί, πάνω από το γεμάτο με αποφάγια τραπέζι της συντροφιάς. 

Κι όμως κάτι συμβαίνει. 

Φαίνεται στα μάτια, εκείνων που μέχρι πρότινος καυγάδιζαν για τα πιστεύω τους. 
Λούφαξαν. Απορούν. Αμφισβητούν. Δεν υψώνουν πια, τον τόνο της φωνής. Δεν παίρνουν το μέρος κανενός. Δεν υπερασπίζονται.. Τώρα ακούνε. 

Βρήκαν την φωνή τους τα παιδιά της παρέας. Τα νιάτα. Είχαν συνηθίσει να μην τους παίρνουν στα σοβαρά, όταν ψέλλιζαν τις αμφιβολίες τους.  "Δεν ξέρετε εσείς. Νέοι είστε. Δεν έχετε κρίση και εμπειρία..." Σήμερα, πρωταγωνιστούν στις κουβέντες. 

Θλίβονται οι γέροι. "Τόσο έξω πέσαμε; Τόσος αγώνας άδικα;" Τι θα μας φέρει το αύριο; Τα πρεσβυωπικά μάτια, θαμπώνουν λίγο περισσότερο, μπροστά στο αίσθημα του άδικου, μιας προσπάθειας ζωής, που αποδείχθηκε μάταιη.

Κάτι συμβαίνει. Και είναι σχεδόν ακαθόριστο. Δεν το γράφουν στους τίτλους τους, οι εφημερίδες. Αλλά το νοιώθεις. Το ξέρεις. Κάτι αλλάζει. Κι αν ακόμη δεν αλλάξει τώρα, σήμερα, αύριο, δεν μπορεί! Έχει δρομολογηθεί. Θα συμβεί. 

Και θα πονέσει. Όπως κάθε γέννα. Θα φέρει ανασφάλεια. Φόβο, μπρος στο άγνωστο. Προσπάθεια, αποτυχία, μπέρδεμα και αναταράξεις. Αλλά που θα πάει; Θα γεννηθεί. 
Γιατί η μπόχα που βγαίνει, τώρα που σηκώθηκε το καπάκι του βόθρου, είναι μεγάλη. Μας πνίγει. Δεν μπορούμε να αναπνεύσουμε. 
Και θα αναζητήσουμε οξυγόνο. 

Ποτέ άλλοτε, το πολιτικό σύστημα σ' αυτή την χώρα δεν είχε βρεθεί τόσο κοντά στην πλήρη απαξίωση. Υπήρξαν κρίσεις, αλλά ξεπερνιώνταν στο όνομα της συναίνεσης. Την κρίσιμη ώρα, η συσπείρωση έδινε την λύση. 
Είναι η πρώτη φορά, που η εξουσία, βλέπει τους πολίτες να της κουνούν το μαντήλι, αποσύροντας την εμπιστοσύνη τους.
Και κάτι πάει  να αλλάξει. Γιατί την κρίση δεν τη βιώνουν μόνο τα μεγάλα κόμματα εξουσίας, αλλά και τα μικρά. Αυτά που έμαθαν να λειτουργούν σαν κάδοι ψηφοδελτίων διαμαρτυρίας και βολεύτηκαν σ αυτό τον ρόλο.

Υπάρχει ανάγκη πρότασης. Νέας πρότασης. Γιατί ο κόμπος φτάνει στο χτένι...

Τρίτη 29 Ιανουαρίου 2008

Για μια φίλη. Για πολλούς ξένους. Για τον ίδιο πόνο.

Την ήξερα από τότε, που -κοριτσάκια- αρχίσαμε να μαθαίνουμε, ότι υπάρχει ένας κόσμος εκεί έξω, μακριά από τη μαμά και τον μπαμπά. Μοιραστήκαμε απορίες, ζήσαμε καλοκαίρια, τυλιχθήκαμε στο ίδιο κασκόλ και μοιραία οι δρόμοι μας χώρισαν. 

Η επαφή περιορίστηκε στις ελάχιστες ελεύθερες στιγμές, αλλά το κοινό παρελθόν ήταν ισχυρό και κράτησε την σχέση ολοζώντανη.

Πάντα πίστευα -και της το έλεγα-, ότι εγώ ήμουν πιο δυνατή. Ότι άντεχα περισσότερο στον πόνο, στην απογοήτευση. Δεν έβαζα τα κλάμματα στα δύσκολα. Πείσμωνα και συνέχιζα.
Της έλεγα, ότι την σκεφτόμουν πάντα, όπως ήταν. Μια ευαίσθητη, τρυφερή ψυχή, που δεν άντεχε στα χτυπήματα, που ζητούσε το ρομαντισμό στη ζωή της, που έλυνε τα πάντα, όχι με την λογική αλλά με αγκαλιές και φιλιά.

Όταν μου τηλεφώνησε... 

Το είχα ζήσει αλλιώς. Σαν τετελεσμένο. 
Πάγος. Μαχαίρι. Ο κόσμος σταματά. Οι ήχοι δεν ακούγονται. Κάτι σφίγγει την καρδιά. Το κεφάλι αδειάζει. Κενό. Και μετά ξέσπασμα. Ένας φθόγγος, γίνεται ουρλιαχτό. Ένα αχ που δεν τελειώνει ποτέ. Αχ!

Όταν μου τηλεφώνησε... ήταν άλλο.

Έχω καρκίνο. Και θα πεθάνω σε πέντε έξι μήνες.

Έχει και δυο παιδιά. Μικρά. Και ο καρκίνος της, δεν τα υπολόγισε. Ούτε αυτην και τα νιάτα της. Και προχώρησε. Προχώρησε κι άλλο. Έγινε ανίκητος. 

Μου μιλούσε. Με μια φωνή αργή. Σταθερή. Τη φωνή μιας άλλης γυναίκας. Αποφασισμένη να το παλέψει. Να νικήσει αυτή. Αποφασισμένη να ζήσει. 
Δεν ήξερα τι να πω. Μόνο Αχ! 

Δεν ξέρω τι να γράψω. Μόνο Αχ!
Την θυμάμαι με ένα Αχ! 

Και την θαυμάζω. Απεριόριστα. 
Γιατί δεν μπορώ να φανταστώ, πως κοιτάς στα μάτια τα παιδιά σου, όταν ξέρεις ότι σε λίγους μήνες θα σπαράζουν, γιατί θα σε χάσουν. 
Γιατί δεν μπορώ να φανταστώ, πως βρίσκεις την δύναμη, να συνεχίσεις να ξυπνάς κάθε μέρα, μετρώντας αντίστροφα. 
Γιατί δεν μπορώ να φανταστώ... 

Αχ!

Υ.Γ Για όλους αυτούς, που δεν μπορούσαν να φανταστούν, αλλά τώρα ξέρουν. Όλες τις ευχές μου.

Παρασκευή 25 Ιανουαρίου 2008

Ντριιιν. Ντριιιιν! Εμπρός;


Έλα χρυσό μου, καλησπέρα!

Ναί! Όπως τ' ακούς. Ετοίμασε για σιγουριά την εκλογική σου κάρτα. Το άκουσα σου λέω στις ειδήσεις.

Όχι καλέ. Δεν του την βάρεσε του Καραμανλή. Πάει να εκμεταλευτεί την διάσπαση. 
Τι θα πει ποια διάσπαση; Αυτή που έρχεται στο ΠΑΣΟΚ...

Να τώρα, χρυσό μου το λένε, στην τηλεόραση! 
22 άτομα μαζεύει στα δείπνα του ο Βενιζέλος. Τι πάνε να κανουν οι 22 στο τραπέζι; Να φάνε τζάμπα; Σιγά μην και πεινάνε, χρυσό μου αυτοί! 
Κόμμα φτιάχνουν! Νοίκιασαν και γραφεία παντού. Παρήγγειλαν και μια ταμπέλα "όμιλος προβληματισμού του κατακαθίου το ανάγνωσμα" έτσι για ξεκάρφωμα και είναι όλα έτοιμα...
Μα χρυσό μου, είναι δυνατόν να με ρωτάς, τι περιμένουν και δεν το λένε κόμμα εξαρχής; Τι θα πει "τι περιμένουν"! Τη διαγραφή του Βενιζέλου περιμένουν.

Σιγά μη φύγει μόνος του ο Μπένυ, από την Χαριλάου Τρικούπη. Α! Όλα κι όλα. Του κόβει. Σου λέει αν το διασπάσω εγώ, θα μου τα φάνε τα καθαριστήρια. Κι αντε ο καφές βγαίνει. Αν κάποιος τα πάρει άγρια και μου πετάξει μπογιά, γιαούρτι... οποία η θέσις μου;;;

Έτσι που λες καλό μου, έχουν πιάσει Γιώργος και Βαγγέλης τις καρέκλες βάλαν και το χρονόμετρο να τρέχει και παίζουν σκάκι... Ποιος θα κάνει πρώτος ρουα-ματ!

Πάντως πρώτη φορά είδα εκνευρισμένο τον Γιώργο. Χτύπησε την γροθιά στο τραπέζι. Δεν θα μου το κάνεις το μαγαζί λαβύρινθο του είπε. Άμα θες να φύγεις, φύγε, κι άμα θες να κάτσεις, κάτσε! 

Να αυτά είδαν εκεί στη ΝΔ και κατάλαβαν ότι τελικώς η διαίρεση είναι η αγαπημένη τους αριθμητική πράξη. Και το σκέπτονται. Τώρα. Γιατί αύριο ποιος ξέρει τι μπορεί να συμβεί! 
Ποιος γγ θα φουντάρει, ποιος βουλευτής θα μπερδευτεί και αντί για τη βουλή, ρίξει την ψήφο του στο Μάκη. 

Δεν είναι κι εύκολα τα πράγματα, άμα έχεις χρυσή μου 152 βουλευτές.
Για να καταλάβεις. Πως αισθάνεσαι εσύ με τις 12 φιλιππινέζες, ανασφάλεια; Λες αν μου φύγει η μία, τι θα κάνω; Πως θα κρατήσω το σπίτι σε τάξη! 
Έ! Σκέψου τον Κώστα, με τους 152. Λίγοι χρυσό μου. Λίγοι σου λέω. Ένας δυο να σου παρακοιμηθούν και να μην προσέλθουν στην κρίσιμη ψηφοφορία... το κλεισες το μαγαζί.

Έτσι που λες χρυσό μου. Θα έχουμε επιλογές στις επόμενες εκλογές. Πολλά κόμματα. Να μην πλήττουμε. Να χουμε να ακούμε. Αλήθεια εσυ ποιος λες να βγεί; 
Η Ντόρα; Τι ναι αυτά που μου λες! Τι ακούω. Κάνει κόμμα και η Ντόρα; Πως θα το πει; ΝΔ; Και ο Κώστας; Με σοκάρεις χρυσό μου! Με σοκάρεις! 

Συμβαίνουν τέτοια πράγματα; Μπορεί να έχουμε τη Ντόρα πρωθυπουργό; Τι μου λες. Σ' αυτή την περίπτωση προλαβαίνω να ραφτώ; Γιατί ξέρω ότι δίνει κάτι πάρτυ! Μα κάτι πάρτυ...

Πάντως χρυσό μου, εγώ στη θέση σου θα κράταγα και μικρό καλάθι. Και άνοιξε την τηλεόραση να δούμε τι λένε οι βουλευτές. Σήμερα έχουν ψηφοφορία. Τι θα πει χρυσό μου σε ποιο κανάλι; Στον Μάκη καλή μου. Που αλλού!

Πέμπτη 24 Ιανουαρίου 2008

Άτιμη κενωνία!

Αραχτός στην αιώρα, κοίταζε ένα συννεφάκι να αλλάζει σχήματα με ρυθμό αργό, νωχελικό. Σαν τη ζωή του. Ανάλογα με την διάθεση του αέρα, το σύννεφο, άλλοτε θύμιζε έναν γέρο μυταρά και άλλοτε μακρυμαλλούσα νέα. Με τον αέρα. Όπως ακριβώς συνέβαινε και στη δική του ζωή!

Ωραία ζωή! Θυμήθηκε την χθεσινοβραδυνή παρέα, την μελαχροινή με το χρυσοπράσινο φόρεμα και χαμογέλασε κρυφά. Ε, ρε γλέντια! Δεν είχε παράπονο. Αντιθέτως, περίμενε με ανυπομονησία την αποψινή έξοδο. 

Άπλωσε το χέρι και έπιασε τη φυσαρμόνικα. 
Ο ήλιος είχε ανεβεί για τα καλά και έκαιγε τα πάντα. Η ώρα του! Οι νότες, τάραξαν την γαλήνη του μεσημεριού, βγάζοντας από τον ήσυχο ύπνο κάποιους από τους γείτονες. Κανείς δεν του είπε τίποτα. Λέξη. Τον ήξεραν άλλωστε καλά. Και αυτόν και τις ραστώνικες συνήθειες του. Δεν τον παρεξηγούσαν. Κανείς. Εκτός από έναν. Έναν ενοχλητικό γείτονα, που τελευταία έδειχνε ιδιαίτερα ευέξαπτος. 

Δεν τον απασχολούσε βέβαια ιδιαίτερα, για να ενδιαφερθεί σοβαρά. Κάθε χρόνο, όταν έπιανε να τελειώνει η ζέστη του καλοκαιριού και να πέφτουν τα πρώτα φύλλα, ο τύπος αυτός επαναλάμβανε την ίδια ψυχωτική συμπεριφορά. Μια κινητικότητα, ένας χαμός, μια φασαρία. Μα πότε ηρεμούσε αυτός ο άνθρωπος επιτέλους;

"Να τος πάλι". Φορτωμένος σακκούλες, ανέβαινε τις σκάλες για το σπίτι του. "Τι διάολο τις κάνει τόσες σακκούλες. Πόσους ταίζει, αφού ποτέ κανείς άλλος δεν έχει βγει από την πόρτα αυτού του διαμερίσματος", σκέφτηκε, αλλά δεν άφησε την φυσαρμόνικα  από τα χείλη του.

Οι μοτόνονα επαναλαμβανόμενες νότες, έφτασαν στ αυτιά του γείτονα, την ώρα που έβαζε το κλειδί στην πόρτα. Ανοίγοντας και χωρίς να στρέψει το κεφάλι, σήκωσε το ελεύθερο χέρι του και χαιρέτησε προς την πλευρά της αιώρας.

Μπα! Κέφια θα έχει για να με χαιρετάει σκέφτηκε και αποφάσισε στα γρήγορα να τον καλέσει για ένα ντρινγκ. Να συσφίξουν σχέσεις. Αφού στην πραγματικότητα δεν γνωρίζονταν καλά.

-Γεια σου τζίτζικα!
-Καλώς τον μέρμηγκα. Τι λες για ένα τσιπουράκι; 
-Μπα την επόμενη φορά! Στην υγειά σου όμως!

Τετάρτη 23 Ιανουαρίου 2008

Άρχισαν τα όργανα!


Αν ο Θέμος είναι ο κομιστής, αν η Όλγα και ο Βίκτορας το είδαν και κάνουν μώκο, αν ο Νίκος και ο Μάκης ετοιμάζανε σχετικές εκπομπές, αν ο Στέφανος πάτησε το rec κρυφά, αν ο Δημήτρης παρα...μίλησε, αν ο Μανώλης δεν λέει την αλήθεια, τότε...

ενοικιάζονται ευάερα και ευήλια τηλε-παράθυρα που άδειασαν λόγω ...μετακόμισης. Θα προτιμηθούν νέοι και νέες με όρεξη για δουλειά και υψηλές γνωριμίες. Οι έχοντες/ουσες γνώσεις χρήσης μικροκαμερών και συστημάτων καταγραφής ήχου, θα εκτιμηθούν ιδιαιτέρως. Ανάλογη προτίμηση σε όσους/ες συνηθίζουν να γευματίζουν σε ¨βυζαντινές¨ περιοχές.

*η ιστορία είναι φ α ν τ α σ τ ι κ ή!

Τρίτη 22 Ιανουαρίου 2008

Απλή λογιστική.

Έχουμε και λέμε:                

 5.200.000 ευρώ,  είναι:


10.400 χαρτονομίσματα των 500 ευρώ
ή
26.000 χαρτονομίσματα των 200 ευρώ
ή
52.000 χαρτονομίσματα των 100 ευρώ
ή
104.000 χαρτονομίσματα των 50 ευρώ
ή
260.000 χαρτονομίσματα των 20 ευρώ
ή
520.000 χαρτονομίσματα των 10 ευρώ
ή
1.040.000 χαρτονομίσματα των 5 ευρώ.


Χαράς το κουράγιο του ταμία, που τα μέτρησε στο γκισέ, πριν επιβεβαιώσει την κατάθεση!

Κυριακή 20 Ιανουαρίου 2008

Μωρό μου εσύ!

Στρουμπουλό στρουμπουλό, μες την καλή χαρά. Όλο ναζάκια και τσαχπινιές. Ροδαλά μαγουλάκια και μικροσκοπικά χέρια που άγγιζαν αδιακρίτως. Σκέτο μέλι. Να το μυρίζεις και να γεμίζεις ευτυχία.
Το μωρό μιας παλιάς φίλης. Ετών: 2 και μισό. Αγοράκι. Από τα καραμελένια μωρά, που θες να τα ζουπάς συνέχεια.


Η παρέα λοιπόν: η φίλη απ' τα παλιά, εγώ και το μωρό της.
Χρόνος: Κυριακή
Τόπος: το σπίτι μου.

Έσκασαν μύτη (είχα να την δω απ' όταν το μωρό ήταν 6 μηνών), τους τρατάρισα το κατιτίς μου, έφτιαξα καφέ για μας και έδωσα κάτι ξεχασμένα λούτρινα να απασχοληθεί ο μικρός. 
Ζουπήγματα, αγκαλιές, χαιδολογήματα και επιφωνήματα τύπου "κούκλος" κλπ, είχαν προηγηθεί.

Καθήσαμε λοιπόν στους καναπέδες, να καλύψουμε σχεδόν δυο χρόνια απουσίας, η μια, από τη ζωή της άλλης. 
Λογαριάζαμε όμως, χωρίς τον ξενοδόχο. Και τι ξενοδόχο! Μια τζούρα ανθρωπάκι, που ούτε να μιλήσει δεν μπορούσε καλά καλά. 
Του οποίου ανθρωπακίου, δεν του καλάρεσε, που έπαψε να είναι το κέντρο του κόσμου -για δυο ολόκληρα δευτερόλεπτα- και την έκανε την πιτσικουλιά. Άπλωσε το χεράκι, που μέχρι εκείνη την ώρα έβλεπα σαν ροδαλό και τράβηξε τον καπουτσίνο της μαμάς του, από το τραπέζι.
Η οποία μαμά, δεν έδειξε να ιδρώνει το αυτάκι της. "Αγάπη μου! Τι είπε η μαμά; Δεν κάνουμε ζημιες σε ξένα σπίτια" τον μάλωσε τάχα μου δήθεν και κοιτώντας με συνωμοτικά μου λέει "ε! ξερεις εσύ. Δυο παιδιά έχεις μεγαλώσει".

Έκανα την καρδιά μου πέτρα, καθάρισα όπως όπως το -πρώην- ΛΕΥΚΟ χαλί μου, και θυμήθηκα, ότι έχω μεγαλώσει δυο παιδιά και τα παιδιά, παιδιά είναι, θα κάνουν και τη ζημιά τους....

Στο μεταξύ και μέχρι να κρύψω το βετέξ στην κουζίνα, ο μπόμπιρας είχε βάλει στο μάτι ότι κρύσταλο είχα στο τραπέζι του σαλονιού, υπό την ανοχή της μάνας του. Τα έπιανε με το χεράκι του, τα άλλαζε θέση, τα κρατούσε στην αγκαλιά του, τα ακουμπούσε στο πάτωμα, τα σήκωνε ξανά στο τραπέζι... Η μάνα του δε, όλη αυτή την ώρα, του χαιδολόγαγε τ αυτιά με φωνούλες τύπου "όοοοοχχχιιι αγάπη μου, όοοοοχχχι αυτά, με αυτό παίξε." 

Εγώ; Τι να κάνω αγαπητοί! Ότι κάνουμε σε τέτοιες περιπτώσεις. Απ' τη μια, είχα καρφώσει στα χείλη ένα ηλίθιο χαμόγελο συμπάθειας για τον πιτσιρίκο και απ' την άλλη, έκανα τον ζογκλέρ για να σώσω τα αγαπημένα μου κρυσταλάκια.

Μόλις ο μικρός εξοικιώθηκε με τον χώρο, άρχισε τις βόλτες και στα άλλα σημεία του σαλονιού, σαρώνοντας τα πάντα. Εννοείται ότι η μαμά του,  -με την οποία δεν είχαμε πει τίποτα δικό μας, παρά μόνο για τον μπέμπη-  τον ακολουθούσε χωρίς όμως να βάζει φρένο στην σαρωτική του πορεία. 

Ανθοδοχεία κατέβηκαν στο πάτωμα και έγιναν παιγνίδι, τα κουταλάκια του καφέ σχεδόν όπλα στα χέρια του, καρέκλες άλλαξαν θέση -για να μην χτυπήσει- μαξιλάρια απλώθηκαν στο πάτωμα και τα νεύρα μου κρόσια σαν αυτά του χαλιού μου.

Αφού ο μπόμπιρας έχασε το ενδιαφέρον του για τα αντικείμενα του σπιτιού μου, πάτησε με υστερία τα κλάμματα, που η μαμά του μετέφρασε ως "ώρα να κοιμηθεί", φιληθήκαμε σταυρωτά, μάζεψε την προίκα του και έφυγε....

Το σπίτι μου έδειχνε θαρρείς και είχα κάνει πάρτυ για 15 οργισμένους έφηβους. Το τακτοποίησα. Και όσο έβαζα στη θέση τους τα πεταμένα αντικείμενα, σκεφτόμουν ότι με τη φίλη μου θα τα πούμε ξανά σύντομα, αλλά στο δικό της σπίτι. 

Γιατί κι άλλοι κάναμε παιδιά, αλλά δεν τα κάναμε έτσι! 

Σάββατο 19 Ιανουαρίου 2008

Είμαστε κλεισμένοι!

Κάποιος να μου εξηγήσει!
Στη χώρα της γενιάς του G700, των συνταξιούχων με τα 400 ευρώ... 
Στη χώρα που, η αμόλυβδη πωλείται με 1,117 και για το νοίκι πληρώνεις κοντά έναν μισθό... 
Σ' αυτή τη χώρα που οι αυξήσεις στα τρόφιμα άγγιξαν το 30% και βάλε...
Στη χώρα που η ανεργία κτυπάει κόκκινο και το δημόσιο παραμένει στόχος ζωής...

Σ' αυτή τη χώρα, εγώ γιατί ψάχνω (Σάββατο βράδυ) εδώ και δυο ώρες, να κλείσω ένα τραπέζι σε ιταλικό εστιατόριο και ΔΕΝ βρίσκω;

Πέμπτη 17 Ιανουαρίου 2008

Real Estate

Έτσι όπως πάνε τα πράγματα, βλέπω να μετακομίζει το Da capo και από την πλατεία Κολωνακίου να σερβίρει εσπρεσάκια, στην πρώην σχολή Ευελπίδων, που τείνει να γίνει το νέο στέκι των επωνύμων!




Τρίτη 15 Ιανουαρίου 2008

Είναι πολλά τα λεφτά Άρη.-


Αν έχω καταλάβει καλά, αυτή την στιγμη υπάρχουν πέντε εκατομμύρια ευρώ, αδέσποτα, χωρίς δικαιούχο -αν και σε συγκεκριμένο λογαριασμό-, χωρίς καταθέτη, χωρίς αιτιολόγηση κατάθεσης.

Αν έχω καταλάβει καλά, δυο πρώην, νύν(; ή μήπως και αεί;;;) συνεργάτες, μαδάνε τις σάρκες τους για πέντε εκατομμύρια αδέσποτα ευρώ. 

-Τα πήρες σε μαύρες σακούλες, λέει ο ένας.
-Ποτέ! Κάποιοι μ' εκβιάζουν και το δήλωσα στις αρμόδιες αρχές, λέει ο άλλος.

Εντάξει ρε παιδιά!
Λύνεται εύκολα το θέμα. Χωρίς να γίνει... ΠΡΩΤΟ.

Εγώ τα έβαλα (τα 5 εκατομμύρια ευρώ) στο λογαριασμό. Από λάθος σε ένα ψηφίο του λογαριασμού. Και τα έψαχνα τόσο καιρό. Άνω κάτω το σπίτι, έκανα. 
Σας παρακαλώ λοιπόν να μου επιστραφούν (τα πέντε εκατομμύρια ευρώ, ματαξαναλέω), να ησυχάσουμε όλοι. Και σεις. Και -κυρίως- εγώ!

Πληροφορίες για αριθμό λογαριασμού κατάθεσης: ενταύθα.

Δευτέρα 14 Ιανουαρίου 2008

Παρασκευή 11 Ιανουαρίου 2008

Μικρές αγγελίες... αλα αμερικέν.


Κάτι τέτοιες μας βγάζουν τ' όνομα και το ...μάτι! 


The following exchange took place on Craigslist, the New York Community Message Board.

What am I doing wrong ? I’m tired of beating around the bush. I’m a beautiful (spectacularly beautiful) 25-year-old girl. I’m articulate and classy. I’m not from New York. I’m looking to get married to a guy who makes at least half a million a year. I know how that sounds, but keep in mind that a million a year is middle class in NewYork City, so I don’t think I’m over-reaching at all.
Are there any guys who make 500K or more on this board ? Any wifes ? Could you send me some tips ? I dated a business man who made around 200 - 200K. But that’s where I seem to hit a roadblock. $250.000 won’t get me to Central Park West. I Know a woman in my yoga class who was married to an investment banker, and lives in Tribeca. She’s not as pretty as I am, nor is she a great genius. So what is she doing right ? Here are my questions specifically:
• Where do you single rich men hang out ? Give me specifics - bars, Restaurants, gyms …
• What are you looking for in a mate ?
• Is there an age range I should be targeting ?
• Why are some of the women living lavish lifestyles on the Upper East Side so plain. What’s the story there ?
• Lawyers, investment bankers, doctors. How much do those guys really make ? And where do the hedge fund guys hang out ?
• How do you rich guys decide on marriage versus just a girlfried ? I am looking for Marriage only.


An Investment Banker’s Response: 
I qualify as a guy who fits your bill - I make more than $500K per year. Here’s how I see it: Your offer is a plain and simple crappy business deal. What you suggest is a simple trade: you bring your looks to the party and I bring my money. Fine, simple. But there’s the rub, your looks will fade and my money will likely continue into perpetuity - in fact, it is very likely that my income will increase, but it is an absolutely certainty that you won’t be getting any more beautiful ! So, in economic terms, you are a depreciating asset. In Wall Street Terms, we’d call you a trading position - not a buy and hold. It doesn’t make good business sense to ‘buy you’ (which is what you’re asking) - so I’d rather lease. The deal that makes sense to me is dating, not marriage.

(Quelle: The Independent, 14 October 2007)

Άρωμα γυναίκας!

Λίγα πράγματα θυμάμαι από τα γυμνασιακά μου χρόνια -δεν λένε τυχαία ότι ου γαρ έρχεται μόνο-. Λίγα, εκτός από το μάθημα των οικοκυρικών. 
Θυμάμαι, ότι τα αγόρια έβγαιναν από την τάξη, την ώρα που η καθηγήτρια της οικοκυρικής, έμπαινε. Έβγαιναν -γελώντας μουλωχτά- και μας άφηναν να μάθουμε με την ησυχία μας, πως φτιάχνεται το αζούρ και πως διπλώνουμε τις πετσέτες, σε ένα επίσημο γεύμα. 
Όλα αυτά δε, αγαπητέ νεαρέ αναγνώστη, δεν συνέβαιναν, λίγο πριν, τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο. Όχι! Για τα μέσα της δεκαετίας του 80 μιλώ. 

Τότε, που τα αγόρια νόμιζαν, ότι τα κοριτσάκια είναι για σπίτι, οικογένεια, παιδιά, να κάνουν αζούρ και να διπλώνουν πετσέτες, σιδερώνοντας βεβαίως και τα πουκάμισά τους.

Εμείς, είπαμε να αλλάξουμε λίγο τα δεδομένα και να πάρουμε την εκδίκησή μας. Άλλωστε στα μαθηματικά είμασταν καλύτερες από τα περισσότερα αγοράκια και τα λατινικά τα μιλούσαμε σαν μητρική μας γλώσσα. Τι μας έλειπε;;;

Βγήκαμε λοιπόν απ' τ' αριστερά και μας βρήκανε απέναντί τους και στα γραφεία. Στον επαγγελματικό χώρο. Με τις περγαμηνές μας, τα ταγιεράκια μας, τις γοβίτσες. Σωστές κυρίες. Σαν αυτές στις σελίδες του cosmopolitan. Ναι. Κάτι είχαμε ακούσει ότι πριν ξετσουτσουνίσουμε εμείς, κάποιες άλλες έκαιγαν τα σουτιέν τους και μιλούσαν για ισότητα και φεμινισμό, αλλά... που καιρός να το αναλύσουμε. Το κρατήσαμε σφιχτά, σαν ιστό σημαίας στο χέρι, το δεδομένο αυτο και είπαμε, τώρα είναι η σειρά μας. Να αποδείξουμε. Μπορούμε και εμείς.

Ακριβώς εδώ, το παίρνω αλλιώς και η διήγηση γίνεται προσωπική. 

Ξαμολήθηκα λοιπόν και γω, στη δουλειά. Η δεύτερη γυναίκα, σε ένα περιβάλλον ανδρών. Μικρή. Χωρίς καμμιά προυπηρεσία. Αλλά με το θάρρος/θράσος που μου χάριζε η άγνοια. Τους είδα όλους καλούς. Μου δώσανε γραφείο και με ξενάγησαν στα της καφετιέρας. Με παίζαν στα διαλείμματα, δεν μου έβαζαν τις φωνές, αν κάτι δεν το έκανα καλό, εξαρχής... Ένας υπέροχος κόσμος. Αν είναι έτσι η δουλειά, έλεγα, τι γκρινιάζουν όλοι;
Η ευτυχία μου κράτησε καμμιά βδομάδα... λίγο περισσότερο... λίγο λιγότερο.... 
Το θράσος που λέγαμε πιο πάνω, λειτούργησε και μια επιτυχία μπήκε στο βιογραφικό μου. 

Που πήγαν όλοι; Γιατί στην καλημέρα ξινίζουν; Γιατί δεν με παίζουν πια στα διαλείμματα; Γιατί η καφετιέρα αδειάζει, λίγο πριν σκάσω μύτη στην κουζίνα; Τι έκανα και τους πείραξε;

Κάποιος άνδρας, φίλος, μου άνοιξε τα μάτια. Δεν γουστάρουν, που εσύ, μια γυναίκα, κατάφερες περισσότερα, από ότι αυτοί, μου είπε. Και με προειδοποίησε για τα χειρότερα που έπονταν. Και που βεβαίως ήρθαν...

To make a long story, short........

Σ' όλη μου τη ζωή έπρεπε να αποδείξω κάθε φορά, ότι: 

  • την δουλειά την πήρα με την αξία μου και όχι γιατί το αφεντικό είναι συγγενής μου
  • τον στόχο μου τον κατάφερα γιατί είχα την ικανότητα και δούλεψα και όχι γιατί πη@#$κα, με το αφεντικό.
  • την προαγωγή την άξιζα, γιατί δούλεψα σαν το σκυλί και το μυαλό μου, παίρνει στροφές και όχι γιατί με γλυκοκοιτάζει το αφεντικό.
  • την αύξηση την πήρα, γιατί την διεκδίκησα με την εργασία μου, στο γραφείο και όχι στην κρεβατοκάμαρα του αφεντικού
  • τον σύντροφό μου τον επέλεξα, γιατί τον αγάπησα και όχι γιατί με βόλεψε οικονομικά.
  • κλπ ανάλογα
Όλα αυτά τα χρόνια έμαθα το ρήμα "αποδεικνύω" απ' έξω κι ανακατωτά. Ακόμα και για την εμφάνισή μου έπρεπε να απολογηθώ. Και να αποδείξω ότι δεν την "χρησιμοποιώ"!!!

Πέρασα φάσεις και φάσεις. Μεταλλάχθηκα σε αρσενικό, πέταξα την γόβα και φόρεσα το άρβυλο, για να μην φοβίζω. Να μην τ ο υ ς φοβίζω. Άρχισα να μιλώ θαρρείς και κάναμε μαζί φαντάροι. Ξέχασα τι θα πει κομμωτήριο και μακιγιάζ. Και πάλι όμως. 
Πίσω από την πλάτη μου, ο βλάκας -και είναι τόσοι πολλοί- βολεύονταν να κάνουν κακοήθη σχόλια, παρά να παραδεχτούν την βλακεία ή την τεμπελιά τους.

Έγινα τυπική. Περιορίστηκα στα απολύτως απαραίτητα και πίσω από την πλάτη μου, με έλεγαν σνομπ.

Το γύρισα στο πιο λαικό. Ταβερνεία και κρασάκι to know us better, μπας και πάρουν πρέφα, αλλά, η βλακεία και η κακοήθεια ΔΕΝ παλεύονται.

Μέχρι που είπα, δε πάει στο διάλο. Σ' όποιον αρέσουμε. Για τους άλλους δεν... και έγινα απλώς εγώ. Με το άρβυλο, όποτε γουστάριζα και την γόβα, επίσης, όποτε γουστάριζα. Με το θάρρος της άποψής μου και την πρόκληση της διεκδίκησης. Έγινα ο εαυτός μου, που κόντεψα να τον χάσω και άφησα την γυναίκα μέσα μου, να ξαναξυπνήσει.

Δεν άλλαξε τίποτα. Ο βλάκας, παραμένει βλάκας, ο τεμπέλης, τεμπέλης, ο ανταγωνιστικός, ανταγωνιστικός, ο μισογύνης, μισογύνης. Και εγώ, γυναίκα. Αλλά αποδεικνύω, μόνο, ότι μπορώ εξίσου καλά, όσο κι ένας άντρας. 

Μή σου πω -που θα στο πω- και πολύ καλύτερα. Γιατί, αγαπητέ αρσενικέ, εγώ ξέρω να κάνω και αζούρ!  Εσύ το χτυπάς στο google. Χα!

 


Πέμπτη 10 Ιανουαρίου 2008

Ζητάμε πόλεμο! Κι εμείς ειρήνη. Και τι μας δίνετε;;;;

Αν αύριο μετανοιώσω γι' αυτήν την ανάρτηση, μπορώ άραγε να την σβήσω; Ή μήπως τα blogs είναι σαν την ζωή; Ότι κάνεις, το κανες. Δεν γυρνά ο χρόνος πίσω. Δεν χωρά γομολάστιχα!

Σήμερα (χθες) ήταν μια, από αυτές τις μέρες τις παράξενες. Που τίποτα δεν συμβαίνει και όμως συμβαίνουν όλα. Που σε βαραίνει το πρόβλημα του άλλου, τόσο πολύ, σαν να ναι δικό σου. Που σκέφτεσαι, θαρρείς και κάνεις ταμείο. Απολογισμός πρωτοχρονιάτικος, θαρρείς. 

Σήμερα μάλωσα.Για τα όσα συμβαίνουν στην πολιτική σκηνή. Και θύμωσα, επίσης.
Είπα, σε αγαπημένους δικούς μου, ότι δεν με νοιάζει  ποιος π@#@$ται με ποιον, ποιος είναι ομοφ^&%$#λος και ποιος όχι, τι στο καλό, κάνουν στην κρεβατοκάμαρά τους οι διοικούντες. Ούτε με ενδιαφέρει να δω το ρημαδοροζ DVD. Σκασίλα μου.

Εμένα με νοιάζει, που ένας αξιωματούχος της κυβέρνησης, φέρεται να εκβιάζεται και κάποιοι πηγαίνουν ταξίδια, πριν δουν τα πειστήρια, πριν λάβουν σοβαρά υπόψην τους, την κατάσταση.
Με νοιάζει, που κάποιος/οι δημοσιογράφος/οι, αντί να ενημερώσουν την κοινή γνώμη, ως έχουν υποχρέωση, ενημερώνουν το Μαξίμου. Και μετά το παίζουν υπεράνω και κριτές. (Έλα τώρα, που δεν ξέρουμε ποιος είναι!)
Με κόφτει να μάθω, γιατί σάλταρε ο άνθρωπος, από το μπαλκόνι. Γιατί, δεν με πείθει τελικώς, ότι πήδηξε, γιατί "πήδηξε"... Μήπως πήδηξε, γιατί 'βαρυστομάχιασε";
Θέλω να ξέρω, ποιος και πως, διαχειρίζεται τα λεφτά μου. Εμού, της φορολογουμένης ελληνίδος.
Απαιτώ να μου ανακοινώσουν τα σχέδιά τους, περί του ασφαλιστικού, πριν το μάθω, ως υπερψηφισμένο νομοσχέδιο, την επομένη της κατάθεσής του, στη βουλή.
Θέλω να ξέρω, τι σόι παιδεία μεταρρυθμισμένη θα έχουν τα παιδιά μου, και τι στο καλό σύστημα υγείας θα ισχύσει, σ' αυτή την χώρα. 
Πείτε μου, απαιτώ, τι είδους αντανακλαστικά έχει αυτή η χώρα, που φτερνίζονται στην μέση ανατολή και μου ανεβαζουν κατά 15 λεπτά του ευρώ, τα καύσιμα, στο επόμενο δίωρο....
Εξηγήστε μου. Θα πάει ποτέ φυλακή, έστω κι ένας, από αυτούς που κερδοσκοπούν σε βάρος μου, η θα του κόψετε άλλο ένα πρόστιμο της τάξης των 30.000 ευρώ -μπρρρρ! φοβήθηκε-;

Δεν με ενδιαφέρει τι λέει ο παρολίγον αυτόχειρ,την ώρα που συνουσιάζεται. Ούτε καν αν αποκαλύπτει πιπεράτες λεπτομέρειες, για ανωτέρους του, από αυτές που και οι ίδιοι αποτάσσουν, μετά βδελυγμίας. Πραγματικά δεν με νοιάζει.

Γίνομαι όμως έξαλλη, όταν με περνούν για ηλίθια. Όταν με ταίζουν κουτόχορτο. Όταν συντηρούν το θέμα "DVD". Ενώ περνούν στα μουλωχτά, άλλα!

Αυτοί θέλουν να ζω σε ένα ¨ροζ¨ συννεφάκι. Εγώ όμως μικρή, έπαιζα με τα αγόρια, πόλεμο! Και το θυμάμαι ακόμα._

Τρίτη 8 Ιανουαρίου 2008

Και γαύρο έχωωωωω!

Εξοπλισμός πλήρης. 
Άρβυλα για το ανώμαλο έδαφος, σακίδιο στον ώμο, φόρμα εκστρατείας για άνεση κινήσεων, το φύλο πορείας στο χέρι. 
Έτοιμη! 
Ένας σύντομος τελευταίος έλεγχος, για την επάρκεια σε... πολεμοφόδια. Αέρα... και έφοδος!

Κάθε φορά που πηγαίνω στο σούπερ μάρκετ, ξυπνάει μέσα μου ο στρατηγός Πάτον. Και καταστρώνει σχέδια μάχης ανάμεσα σε ράφια με μαρμελάδες και δημητριακά, σε διαδρόμους με χαρτιά υγείας και καθαριστικά τουαλέτας, σε ψυγεία με τυριά και αλλαντικά. 

Το ομολογώ χωρίς την παραμικρή ντροπή. 
Σιχαίνομαι τα ψώνια. 
Τα καθημερινά αλλά και τα άλλα. Απεχθάνομαι τις βιτρίνες. Είτε έχουν πίσω τους παριζάκια και σπάλες, είτε ιταλικά μοντελάκια με γνωστές υπογραφές.
Αυτό που για τις περισσότερες γυναίκες είναι κέφι και ευχαρίστηση για μένα είναι το απόλυτο καταναγκαστικό έργο. 

ΔΕΝ μπορώ. 

Εκνευρίζομαι στη σκέψη, ότι τα επόμενα 90 λεπτά της ζωής μου, θα τα περάσω σούρνοντας ένα καροτσάκι -συνήθως με χαλασμένες ρόδες-, ανάμεσα σε διαδρόμους, όπου κινούνται άλλα καροτσάκια -με χαλασμένες ρόδες-, που τα οδηγούν άλλες, ταλαίπωρες γυναίκες, με το βλέμμα απλανές, καρφωμένο ψηλά, με μια λίστα στο χέρι, που ποτέ δεν τηρούν, πέφτοντας η μία πάνω στην άλλη, χωρίς συγνώμη και λοιπές ευγένειες, με μια βιασύνη έτσι άσκοπη, αφού ξέρουμε πολύ καλά όλες μας, ότι που θα πάει, εκεί στο ταμείο θα συναντηθούμε πάλι, για να καρφώσουμε το βλέμα, στο κενό, αυτή την φορά, περιμένοντας να έρθει η σειρά μας....

Μπορώ να σου κάνω, ότι θέλεις. Να αλλάξω ρόδα στο αυτοκίνητο, να καθαρίσω την καμινάδα του τζακιού, να μονώσω την ταράτσα, να βάψω όλους τους τοίχους του σαλονιού, να βάλω αντιολισθητικές αλυσίδες στο τουτου -δεν ξέρω αλλά...μαθαίνω γρήγορα-, να σφουγγαρίσω τα ταβάνια στην ανάγκη, βρε αδελφέ, αλλά. Μην μου πεις "πρέπει να πάμε σούπερ μάρκετ". Εκεί με καθάρισες. 

Οι οικογένειες δε, είναι γεμάτες ύπουλους ανθρώπους, που ξέρουν το αδύνατο σημείο σου και απολαμβάνουν να σε πατούν στον κάλο.  Την ώρα που κουρασμένος, από τη δουλειά, ξαποσταίνεις, να πιεις μια γουλιά καφέ, να πνίξεις τα φαρμάκια της μέρας, τσουπ! εμφανίζονται.

-Τίποτα δεν έχει να φάει κανείς σ' αυτό το σπίτι! 
-Γιατί δεν τρως ένα γιαουρτάκι που είναι και υγιεινό; τολμάς να ψελλίσεις.
-Το γιαουρτάκι το τρων οι άρρωστοι! σου λένε και σε κοιτούν σαν να το έσκασες από το τρελοκομείο. Και καπάκι η ατάκα.
-Άδειο είναι το ψυγείο! Πότε θα πας σούπερ μάρκετ;;;;;

Προσέξτε την διατύπωση. Πότε θα ΠΑΣ. Στο δεύτερο πρόσωπο, ενικού. Πότε θα πας. ΕΣΥ. Σ' αυτές τις περιπτώσεις, το πρώτο πρόσωπο πληθυντικού, δεν υπάρχει. Εξαφανίζεται από την ελληνική γραμματική. Ποτέ κανείς από τα ύπουλα αυτά άτομα, δεν λέει, "πότε θα πάμε." Το "εμείς", κομμένο. Άλλα λόγια να αγαπιόμαστε.

Έτσι λοιπόν γεμίζουν οι διάδρομοι των σούπερ μάρκετ, από κακόμοιρες, μόνες και έρημες, θηλυκές  υπάρξεις, που γεμίζουν καρότσια, με χαλασμένες ρόδες. Που σε κοιτούν, σαν να είσαι διάφανος, γιατί όταν στρέφουν τα μάτια σε σένα, νετάρουν στην κονσέρβα πίσω από τον αριστερό σου ώμο. 
Μου χει τύχει να προσπεράσω πολλάκις, την αδελφική μου φίλη -και να με προσπεράσει και αυτή- για να χαιρετηθούμε τελικώς, στο πάρκινγκ, φορτωμένες σακούλες αξίας 197,98 ευρώ.

Ζαλώνεσαι λοιπόν τα λάφυρα, να φάνε τα καμάρια σου να σκάσουνε, να πληρώνεις μετά διαιτολόγο να αδυνατίσουνε, και κει που λες τα δύσκολα τελειώσανε, αρχίζουν τα δυσκολότερα.
Έχω εγώ κάτι μπράτσα, τύφλα να 'χει ο Πύρρος Δήμας. Τίγκα στο μούσκουλο και στο ποντίκι. Με βλέπουν το καλοκαίρι οι φίλοι, με το αμάνικο και με θαυμάζουν. Πόσες ώρες - μου λένε- περνάς στο γυμναστήριο; Βάρη, ε;

Βάρη, κυρίες και κύριοι! Βάρη. Αλλά από τα άλλα. Τα οικογενειακά. 
Γιατί όσο κι αν μας χτυπάει η ακρίβεια, τα 197,98 ευρώ, μεταφράζονται σε τριάντα δύο σακκούλες σούπερ μάρκετ, γεμάτες με ότι φαντάζεστε. Ντοματάκια σε κονσέρβα, χυμοί, σαμπουάν, καθαριστικά, κρέατα, τυριά, ζυμαρικά και φρούτα. 
Ανέβαζε μια φορά την εβδομάδα από το αυτοκίνητο στα ντουλάπια της κουζίνας 197,98 ευρώ σε σακούλες και μετά έλα να σου εγώ πως γίνεται το μούσκουλο και ο δικέφαλος.

Εντάξει, εντάξει! Ξέρω. 
Ξέρω σας λέω, αγαπητοί χρήστες του διαδικτύου. 
Ξέρω. Μπορώ να κάνω παραγγελίες on line. 
Αλλά δεν κάνει κανείς. Ξέρετε γιατί; 
Θέλει ένα μεροκάματο να γράψεις την παραγγελία επακριβώς. Προιόν, τεμάχια, μάρκα κλπ. Ένα άλλο μεροκάματο να απαντήσεις στο τηλέφωνο όταν θα σε πάρουν να σου πουν ότι τα 'barilla τέλειωσαν θέλετε farilla" και άλλο ένα μεροκάματο για να τους περιμένεις να παραλάβεις την παραγγελία ανάμεσα στις 6 με 8μμ.  
Πηγαίνω μόνη μου και τελειώνω σε 90 λεπτά χρονομετρημένα με ακρίβεια γιατί μου φαίνονται αιώνες.

Για την ακρίβεια, μόλις γύρισα. Και οι σακούλες είναι εκεί απέναντι στο πάτωμα, αραδιασμένες και με κοιτούν. Τις κοιτώ και γω. 
Με κοιτούν. 
Τις κοιτώ. 
Τώρα λέω να σηκωθώ, να τακτοποιήσω στα ντουλάπια, γιατί κάτι μου λέει ότι μόνες τους ΔΕΝ θα τακτοποιηθούν ποτέ.

Νίκησαν!





Τετάρτη 2 Ιανουαρίου 2008

Πρώτη του 8

                                                         
Το ξυπνητήρι κτυπά μια και μοναδική φορά. Τεντώνομαι σαν γάτα, σηκώνομαι από τα πουπουλένια παπλώματα, χαμογελώ στην καινούρια μέρα που ξημερώνει, ρίχνω πάνω μου μια κασμιρένια ρόμπα και κατευθύνομαι προς την κουζίνα του σπιτιού.
Τι σημασία έχει που το ρολόι δείχνει μόλις 5.45 το πρωί; Ο ορίζοντας έχει κιόλας πάρει τα χρώματα της ανατολής και σε λίγα λεπτά θα σκάσει μύτη ο ήλιος. Στα υπόλοιπα κρεβάτια του σπιτιού κοιμούνται, ακόμα, οι άνθρωποι που αγαπώ. 

Ανοίγω την καφετιέρα για φρέσκο καφέ, ετοιμάζω πρωινά και σύντομα το σπίτι γεμίζει ζωή. 
Γύρω από το τραπέζι του πρωινού, τα μέλη της οικογένειας, συζητούμε για το πρόγραμμα της ημέρας, σημειώνουμε τις υποχρεώσεις του καθενός και οργανώνουμε την ψυχαγωγία, την βραδυνή! 
Η τηλεόραση είναι ανοιχτή στις πρωινές ενημερωτικές εκπομπές για να μάθουμε τις τελευταίες ειδήσεις από ολόκληρ0 τον κόσμο, αλλά και την ενημερωτική ατζέντα της ημέρας.

Αφήνω τα παιδιά στο πάρκο απέναντι από το σχολείο και συνεχίζω για το γραφείο. Η απόσταση είναι μεγάλη, αλλά δεν με απασχολεί καθόλου. Ξέρω ότι η τροχαία κάνει καλά την δουλειά της και οι δρόμοι θα είναι ανοιχτοί. 
Η θέση στάθμευσης δεν αποτελεί πρόβλημα, αφού οι περισσότεροι κατεβαίνουν στις δουλειές τους με τα ΜΜΜ. Και εγώ άλλωστε το ίδιο κάνω, καθημερινώς. 

Σήμερα όμως έπρεπε να κατέβω οδηγώντας, γιατί έχω ραντεβού για το ετήσιο τσεκ απ, στο νοσοκομείο. Μου τηλεφώνησαν την προηγούμενη εβδομάδα. Ομολογώ πως το είχα ξεχάσει παντελώς! Ευτυχώς που μου το θύμισαν οι αρμόδιοι του νοσοκομείου. 
Το ραντεβού μου λοιπόν, είναι προγραμματισμένο, για τις 7 το απόγευμα και ποιος ξέρει τι ώρα θα τελειώσω. Κι αν είναι αργά, μπορεί να έχουν σταματήσει τα δρομολόγια του προαστιακού!  
Ευτυχώς το σύστημα υγείας θυμάται, πριν από μας, για μας και μάλιστα δωρεάν! 

Στο γραφείο, μόλις τσέκαρα την ηλεκτρονική μου αλληλογραφία, διαπίστωσα με χαρά, ότι η διοίκηση -ανταμοίβοντας τις υπηρεσίες μου-, μου προσφέρει bonus, ίσο με το ύψος, των απολαβών μου, δύο μηνών!  
Και να σκεφτεί κανείς, ότι στην εταιρεία αυτή, εργάζομαι εδώ και ενάμιση χρόνο, αλλά ήδη ανέβηκα μία θέση στο οργανόγραμμα.

Στο μεσημεριανό διάλειμμα, πετάχτηκα για λίγη ώρα, στο διπλανό τετράγωνο να πω μια καλησπέρα στην κυρία Δέσποινα. Στα γεράματά της έμεινε μόνη. Τα παιδιά της κατοικούν στο εξωτερικό και άλλη οικογένεια, δεν έχει. Στο πλαίσιο λοιπόν του προγράμματος εθελοντισμού, που εφαρμόζεται από το υπουργείο πρόνοιας, ανέλαβα εγώ να της κάνω συντροφιά, καμμιά ώρα, καθημερινώς. Τις ανάγκες της σε τρόφιμα, ιατρική βοήθεια κλπ, έχει φυσικά, αναλάβει το κράτος. 
Οι περισσότερες φίλες μου προτιμούν να προσφέρουν εθελοντική, κοινωνική εργασία, βοηθώντας  παιδιά, αλλά εγώ ξεκίνησα με την κυρία Δέσποινα και τόσα χρόνια μετά, δέθηκα μαζί της...

Ουπς! Να μην ξεχάσω να τηλεφωνήσω στην υπηρεσία ανακύκλωσης ηλεκτρονικών συσκευών. Η παλιά τηλεόραση χάλασε και που να την φτιάχνεις τώρα... Ποιο πολύ συμφέρει να αγοράσω μια καινούρια. Θα περάσουν λοιπόν να την πάρουν για ανακύκλωση και μάλιστα μου είπαν, ότι κερδίζω έξτρα έκπτωση από τα δημοτικά μου τέλη, αυτού του μήνα!

Σήμερα πέρασε από το γραφείο να μας δει, η συνάδελφος που γέννησε το τρίτο της παιδί πριν από επτά μήνες. Της λείψαμε, είπε και πετάχτηκε μια βόλτα. Το μωρό δεν το είδαμε, είναι μικρό ακόμα και το άφησε στον παιδικό σταθμό της γειτονιάς της για λίγο. Η ίδια πάντως, ενημερώθηκε για την πορεία της δουλειάς, αν και δεν θα γυρίσει στα καθήκοντά της μέχρι το μωρό της να γίνει τριών ετών. 
Μέχρι τότε βεβαίως, πληρώνεται -όπως όλες οι νέες μητέρες- κανονικά το σύνολο του μισθού της, από τον εργοδότη αλλά και το ασφαλιστικό μας ταμείο. 
Και όταν με το καλό επιστρέψει στα καθήκοντά της, τότε το παιδί αναλαμβάνουν παιδαγωγοί στον βρεφονηπιακό της περιοχής που μένει. 


Παιδιά! Γλυκά βασανάκια! Ευτυχώς που το κράτος είναι δίπλα στις νέες μητέρες, αλλιώς θα χαιρετούσαμε την καριέρα για πάντα... Το καταλαβαίνω καθημερινώς, τώρα, που τα δικά μου μεγάλωσαν κάπως. Τα ολοήμερα σχολεία, όπως και να το κάνουμε είναι σωτήρια για την σύγχρονη οικογένεια. Και πόσο γρήγορα μαθαίνουν τα άτιμα. Η κόρη μου παίζει το power point στα δάκτυλα. Το έμαθε στην τάξη, στο pc της. Τώρα τελευταία μάλιστα εκπαιδεύεται και στους mac!!! Κάτι μου λέει ότι θα ασχοληθεί με την πληροφορική μεγαλώνοντας. Αν και τιςτελικές αποφάσεις τις παίρνουν αφού πρώτα μπουν στο πανεπιστήμιο και τελειώσουν τα δυο πρώτα έτη.
Πόσο θα ήθελα να σπούδαζα και πάλι. Είδα τα εργαστήρια στο Μετσόβιο Πολυτεχνείο και τα ΄χασα! Άσε τους ξενώνες στο campus! Ξενοδοχείο πολυτελείας και μάλιστα δωρεάν για όλους τους έλληνες φοιτητές... 

Παρασύρθηκα και μ΄έπιασε η πολυλογία. Πρέπει να φύγω. Σε μισή ώρα έχω ραντεβού για το τσεκ-απ στο νοσοκομείο. Δεν πρέπει να καθυστερήσω για να μην επιβαρύνω το σύστημα. 
See you.


ΚΑΙ ΜΕΤΑ ΞΥΠΝΗΣΑ!