Τρίτη, 8 Ιανουαρίου 2008

Και γαύρο έχωωωωω!

Εξοπλισμός πλήρης. 
Άρβυλα για το ανώμαλο έδαφος, σακίδιο στον ώμο, φόρμα εκστρατείας για άνεση κινήσεων, το φύλο πορείας στο χέρι. 
Έτοιμη! 
Ένας σύντομος τελευταίος έλεγχος, για την επάρκεια σε... πολεμοφόδια. Αέρα... και έφοδος!

Κάθε φορά που πηγαίνω στο σούπερ μάρκετ, ξυπνάει μέσα μου ο στρατηγός Πάτον. Και καταστρώνει σχέδια μάχης ανάμεσα σε ράφια με μαρμελάδες και δημητριακά, σε διαδρόμους με χαρτιά υγείας και καθαριστικά τουαλέτας, σε ψυγεία με τυριά και αλλαντικά. 

Το ομολογώ χωρίς την παραμικρή ντροπή. 
Σιχαίνομαι τα ψώνια. 
Τα καθημερινά αλλά και τα άλλα. Απεχθάνομαι τις βιτρίνες. Είτε έχουν πίσω τους παριζάκια και σπάλες, είτε ιταλικά μοντελάκια με γνωστές υπογραφές.
Αυτό που για τις περισσότερες γυναίκες είναι κέφι και ευχαρίστηση για μένα είναι το απόλυτο καταναγκαστικό έργο. 

ΔΕΝ μπορώ. 

Εκνευρίζομαι στη σκέψη, ότι τα επόμενα 90 λεπτά της ζωής μου, θα τα περάσω σούρνοντας ένα καροτσάκι -συνήθως με χαλασμένες ρόδες-, ανάμεσα σε διαδρόμους, όπου κινούνται άλλα καροτσάκια -με χαλασμένες ρόδες-, που τα οδηγούν άλλες, ταλαίπωρες γυναίκες, με το βλέμμα απλανές, καρφωμένο ψηλά, με μια λίστα στο χέρι, που ποτέ δεν τηρούν, πέφτοντας η μία πάνω στην άλλη, χωρίς συγνώμη και λοιπές ευγένειες, με μια βιασύνη έτσι άσκοπη, αφού ξέρουμε πολύ καλά όλες μας, ότι που θα πάει, εκεί στο ταμείο θα συναντηθούμε πάλι, για να καρφώσουμε το βλέμα, στο κενό, αυτή την φορά, περιμένοντας να έρθει η σειρά μας....

Μπορώ να σου κάνω, ότι θέλεις. Να αλλάξω ρόδα στο αυτοκίνητο, να καθαρίσω την καμινάδα του τζακιού, να μονώσω την ταράτσα, να βάψω όλους τους τοίχους του σαλονιού, να βάλω αντιολισθητικές αλυσίδες στο τουτου -δεν ξέρω αλλά...μαθαίνω γρήγορα-, να σφουγγαρίσω τα ταβάνια στην ανάγκη, βρε αδελφέ, αλλά. Μην μου πεις "πρέπει να πάμε σούπερ μάρκετ". Εκεί με καθάρισες. 

Οι οικογένειες δε, είναι γεμάτες ύπουλους ανθρώπους, που ξέρουν το αδύνατο σημείο σου και απολαμβάνουν να σε πατούν στον κάλο.  Την ώρα που κουρασμένος, από τη δουλειά, ξαποσταίνεις, να πιεις μια γουλιά καφέ, να πνίξεις τα φαρμάκια της μέρας, τσουπ! εμφανίζονται.

-Τίποτα δεν έχει να φάει κανείς σ' αυτό το σπίτι! 
-Γιατί δεν τρως ένα γιαουρτάκι που είναι και υγιεινό; τολμάς να ψελλίσεις.
-Το γιαουρτάκι το τρων οι άρρωστοι! σου λένε και σε κοιτούν σαν να το έσκασες από το τρελοκομείο. Και καπάκι η ατάκα.
-Άδειο είναι το ψυγείο! Πότε θα πας σούπερ μάρκετ;;;;;

Προσέξτε την διατύπωση. Πότε θα ΠΑΣ. Στο δεύτερο πρόσωπο, ενικού. Πότε θα πας. ΕΣΥ. Σ' αυτές τις περιπτώσεις, το πρώτο πρόσωπο πληθυντικού, δεν υπάρχει. Εξαφανίζεται από την ελληνική γραμματική. Ποτέ κανείς από τα ύπουλα αυτά άτομα, δεν λέει, "πότε θα πάμε." Το "εμείς", κομμένο. Άλλα λόγια να αγαπιόμαστε.

Έτσι λοιπόν γεμίζουν οι διάδρομοι των σούπερ μάρκετ, από κακόμοιρες, μόνες και έρημες, θηλυκές  υπάρξεις, που γεμίζουν καρότσια, με χαλασμένες ρόδες. Που σε κοιτούν, σαν να είσαι διάφανος, γιατί όταν στρέφουν τα μάτια σε σένα, νετάρουν στην κονσέρβα πίσω από τον αριστερό σου ώμο. 
Μου χει τύχει να προσπεράσω πολλάκις, την αδελφική μου φίλη -και να με προσπεράσει και αυτή- για να χαιρετηθούμε τελικώς, στο πάρκινγκ, φορτωμένες σακούλες αξίας 197,98 ευρώ.

Ζαλώνεσαι λοιπόν τα λάφυρα, να φάνε τα καμάρια σου να σκάσουνε, να πληρώνεις μετά διαιτολόγο να αδυνατίσουνε, και κει που λες τα δύσκολα τελειώσανε, αρχίζουν τα δυσκολότερα.
Έχω εγώ κάτι μπράτσα, τύφλα να 'χει ο Πύρρος Δήμας. Τίγκα στο μούσκουλο και στο ποντίκι. Με βλέπουν το καλοκαίρι οι φίλοι, με το αμάνικο και με θαυμάζουν. Πόσες ώρες - μου λένε- περνάς στο γυμναστήριο; Βάρη, ε;

Βάρη, κυρίες και κύριοι! Βάρη. Αλλά από τα άλλα. Τα οικογενειακά. 
Γιατί όσο κι αν μας χτυπάει η ακρίβεια, τα 197,98 ευρώ, μεταφράζονται σε τριάντα δύο σακκούλες σούπερ μάρκετ, γεμάτες με ότι φαντάζεστε. Ντοματάκια σε κονσέρβα, χυμοί, σαμπουάν, καθαριστικά, κρέατα, τυριά, ζυμαρικά και φρούτα. 
Ανέβαζε μια φορά την εβδομάδα από το αυτοκίνητο στα ντουλάπια της κουζίνας 197,98 ευρώ σε σακούλες και μετά έλα να σου εγώ πως γίνεται το μούσκουλο και ο δικέφαλος.

Εντάξει, εντάξει! Ξέρω. 
Ξέρω σας λέω, αγαπητοί χρήστες του διαδικτύου. 
Ξέρω. Μπορώ να κάνω παραγγελίες on line. 
Αλλά δεν κάνει κανείς. Ξέρετε γιατί; 
Θέλει ένα μεροκάματο να γράψεις την παραγγελία επακριβώς. Προιόν, τεμάχια, μάρκα κλπ. Ένα άλλο μεροκάματο να απαντήσεις στο τηλέφωνο όταν θα σε πάρουν να σου πουν ότι τα 'barilla τέλειωσαν θέλετε farilla" και άλλο ένα μεροκάματο για να τους περιμένεις να παραλάβεις την παραγγελία ανάμεσα στις 6 με 8μμ.  
Πηγαίνω μόνη μου και τελειώνω σε 90 λεπτά χρονομετρημένα με ακρίβεια γιατί μου φαίνονται αιώνες.

Για την ακρίβεια, μόλις γύρισα. Και οι σακούλες είναι εκεί απέναντι στο πάτωμα, αραδιασμένες και με κοιτούν. Τις κοιτώ και γω. 
Με κοιτούν. 
Τις κοιτώ. 
Τώρα λέω να σηκωθώ, να τακτοποιήσω στα ντουλάπια, γιατί κάτι μου λέει ότι μόνες τους ΔΕΝ θα τακτοποιηθούν ποτέ.

Νίκησαν!





4 σχόλια:

monahikoslikos είπε...

Το πεπρωμένο φυγείν αδύνατο άρα αντί να αντιδράς είναι καλύτερα να το απολαμβάνεις.
Άλλωστε ουκ επ΄άρτω μόνο ζήσεται άνθρωπος, θέλει και τις βόλτες του στο Σ/Μ

Αποψη είπε...

@Λύκε,
αν δηλώσω, ότι τις βόλτες μου τις προτιμώ παραθαλάσσια για ουζάκι, ή ορεινά για κρασάκι και κοψίδια, λες να διωχθώ ποινικά;

Nant είπε...

Αντε τα ψωνια στο σουπερ να τα δεχτω..αλλα εκεινες οι 10 σακουλες που περιμενουν μετα να τις τακτοποιησεις??
θελω μαγικο ραβδι..τελος!

Αποψη είπε...

@nant,
καταρχάς σ' ευχαριστώ για την επίσκεψη.
Όσο για το μαγικό ραβδάκι, θα σε παρακαλέσω να μου κρατήσεις ένα, μόλις βρεις το δικό σου. Καφετί με βούλες, κατά προτίμηση. Ο.Κ;